Ανα - σταση

Η Ανάσταση ήλθε, διότι προηγήθηκε Αντίσταση. Καμιά νίκη πνευματική, εθνική, προσωπική δεν έρχεται αν δεν προηγηθεί Αντίσταση.  Ανά-σταση, αντί-σταση βασίζονται ετυμολογικά στην «στάση». Εκφράζουν μία στάση ζωής. Στέκομαι απέναντι στη ζωή, με διάθεση νίκης και όχι υποταγής. Διότι αν δεν πιστέψω εγώ ο ίδιος στην Ανάσταση τότε στερώ από τον εαυτό μου τη μεγάλη ελπίδα. Επ-ανα-στατώ. Μια συνεχής, πολλές φορές ίσως και άνιση εσωτερική πάλη...

Ανάσταση σημαίνει νίκη του Ανθρώπου ως ψυχοσωματικής οντότητος απέναντι σε κάθε ιδεολογία που προσπαθεί να τον περιορίσει στα στενά όρια της ύλης ή της ψυχρής λογικής. Αν δεν πιστέψεις στο ανέλπιστο, τίποτε δεν μπορείς να επιτύχεις, έλεγε ο αρχαίος σοφός Ηράκλειτος. Κι όμως στη διάρκεια των τελευταίων αιώνων διάφορες ιδεολογίες προσπάθησαν να περιορίσουν , να εγκλωβίσουν τον άνθρωπο μέσα σε πολύχρωμα κλουβιά με βαρύγδουπα ονόματα. Νεωτερικότητα, Μετανεωτερικότητα, Σοσιαλισμοί και άλλοι –ισμοί, άφησαν τον άνθρωπο χωρίς πνευματικό περιεχόμενο, χωρίς ελπίδα. Ανάσταση σημαίνει νίκη του Ανθρώπου απέναντι σε όλες αυτές τις ιδεολογίες που τον αποκόπτουν από την παράδοση του παρελθόντος του και από την αισιοδοξία για το μέλλον του. Ανάσταση σημαίνει νοηματοδότηση του Ανθρώπου με την πραγματική έννοια της λέξεως Άνθρωπος: Ο άνω θρώσκων, εκείνος που ατενίζει ψηλά, θέλει να ξεφύγει από τα χοϊκά του όρια.

Ανάσταση σημαίνει ότι μπορούμε να ελπίζουμε. Σκοντάφτουμε, αλλά ξανασηκωνόμαστε όρθιοι. Και ελπίζουμε.